συντηρητής
ουσιαστικό1. Άτομο που έχει την ευθύνη για τη διατήρηση, τη φροντίδα και την επισκευή κτιρίων, εγκαταστάσεων ή μηχανημάτων, εξασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία και την πρόληψη φθορών.
Συνώνυμα
φροντιστής διατηρητής θεματοφύλακας φύλακας επιμελητής αποκαταστάτης επιστάτης διαχειριστής κηδεμόνας προστάτης μηχανικός τεχνικός επισκευαστής επιδιορθωτής μάστορας οικονόμος υδραυλικός
Αντώνυμα
παραμελητής βανδαλιστής καταστροφέας προοδευτικός μεταρρυθμιστής ριζοσπάστης επαναστάτης εμπρηστής χάκερ ζωγράφος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συντηρητής του μουσείου εργάζεται στην αποκατάσταση των παλαιών έργων.
- Ο συντηρητής του σχολείου ελέγχει τα συστήματα θέρμανσης και φωτισμού κάθε μήνα.
- Οι συντηρητές του πάρκου καθάρισαν τα μονοπάτια μετά την καταιγίδα.
- Ο συντηρητής του ανελκυστήρα ήρθε για τον προγραμματισμένο έλεγχο και τη συντήρηση.
- Ως συντηρητής των παραδόσεων, φροντίζει να μεταφέρει τα έθιμα στις νεότερες γενιές.