παρατηρητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρακολουθεί προσεκτικά γεγονότα, συμπεριφορές ή φυσικά φαινόμενα ώστε να τα περιγράψει, να τα καταγράψει ή να εξάγει συμπεράσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παρατηρητής του αγώνα κατέγραψε όλα τα κρίσιμα στιγμιότυπα.
  • Η ειρηνευτική δύναμη έστειλε έναν παρατηρητή για να επιβεβαιώσει τη συμφωνία.
  • Ο αστρονόμος εργάζεται ως παρατηρητής του νυχτερινού ουρανού.
  • Ως απλός παρατηρητής, δεν μπήκε στη συζήτηση αλλά άκουγε προσεκτικά.
  • Στη μελέτη, ο παρατηρητής κατέγραψε τις αντιδράσεις των συμμετεχόντων.