ληστής

ουσιαστικό

Άτομο που αφαιρεί από άλλους την περιουσία ή τα υπάρχοντά τους με χρήση βίας, απειλής ή αναγκασμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ληστής συνελήφθη όταν προσπάθησε να διαφύγει με το αυτοκίνητο.
  • Οι ληστές λήστεψαν το παλιό τρένο στη βουνοπλαγιά.
  • Η φορολογία σε μερικές περιπτώσεις μοιάζει με ληστή που παίρνει τα χρήματά μας.
  • Στους παλιούς θρύλους της περιοχής υπάρχουν αφηγήσεις για ληστές που κρύβονταν στα δάση.
  • Το θρασύ πρόσωπο του ληστή αποτυπώθηκε στη μαρτυρία των θυμάτων.