σκύλος

ουσιαστικό

1. Τετράποδο θηλαστικό της οικογένειας των κανιδών (Canidae), συνήθως εξημερωμένο, με μεγάλη ποικιλία φυλών, με χαρακτηριστικά μορφολογίας και συμπεριφοράς που ποικίλλουν ανάλογα με τη γενετική και την εκπαίδευση.

Συνώνυμα

σκυλί σκυλάκι σκυλίτσα σκυλάκος κυνηγόσκυλο σπιτόσκυλο κατοικίδιο μπόξερ λαμπραντόρ ροτβάιλερ κουτάβι ζώο τετράποδο θηρίο φύλακας φαντάρος φορβάς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σκύλος μας είναι πολύ φιλικός.
  • Ο σκύλος φύλαγε το κοπάδι όλη μέρα.
  • Ο σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει.
  • Δουλεύει σαν σκύλος για να τα βγάλει πέρα.
  • Τον αντιμετώπισαν σαν σκύλο και τον έδιωξαν.