σύγχυση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ψυχικής αμηχανίας ή απροσανατολισμού, όπου το άτομο δυσκολεύεται να κατανοήσει, να αξιολογήσει ή να αποφασίσει λόγω αντιφατικών πληροφοριών ή έντονης αβεβαιότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε μεγάλη σύγχυση μετά την ανακοίνωση.
  • Η αλλαγή του προγράμματος δημιούργησε σύγχυση στους μαθητές.
  • Υπήρξε σύγχυση στην ταξινόμηση των φακέλων και χάθηκαν σημαντικά έγγραφα.
  • Η ταυτόχρονη εκδήλωση προκάλεσε σύγχυση στην κυκλοφορία.
  • Οι ασαφείς οδηγίες προκάλεσαν σύγχυση στους νέους υπαλλήλους.