σωστός
επίθετο1. Που ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή σε αντικειμενικά κριτήρια και δεν περιέχει σφάλμα.
2. Που είναι κατάλληλο ή ταιριαστό σε δεδομένο πλαίσιο ή ανάγκη.
3. Που συμφωνεί με ηθικούς κανόνες ή κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
ορθός αληθής ακριβής επακριβής αλάνθαστος δόκιμος κατάλληλος ενδεδειγμένος πρέπων λογικός θεμιτός παραδεκτός πρόσφορος αποδεκτός αρμόζων ταιριαστός εντάξει δίκαιος φυσιολογικός κανονικός έγκυρος καλός κομπλέ εύλογος επιτηδευμένος τεκμηριωμένος ορθολογικός συνεπής έντιμος έμπιστος άρτιος ευγενικός συγκροτημένος ικανοποιητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σωστή απάντηση είναι η τρίτη.
- Έκανε το σωστό και παραδέχτηκε το λάθος του.
- Δεν είναι σωστό να κρίνουμε από τις πρώτες εντυπώσεις.
- Ο διευθυντής επέλεξε τον σωστό υποψήφιο για τη θέση.
- Οι σωστές μετρήσεις επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα.