αναληθής

επίθετο

1. Που δεν συμφωνεί με την πραγματικότητα ή τα καταγεγραμμένα γεγονότα όταν αφορά δήλωση, πληροφορία ή ισχυρισμό.

2. Που προκύπτει από παραποίηση, κατασκευή ή λανθασμένη διατύπωση στοιχείων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ισχυρισμός ήταν αναληθής.
  • Η πληροφορία αποδείχτηκε αναληθής.
  • Ο μάρτυρας ήταν αναληθής στην κατάθεσή του.
  • Στη λογική, μια πρόταση μπορεί να είναι αναληθής στο συγκεκριμένο μοντέλο.
  • Η εντύπωση που δημιούργησε η είδηση ήταν αναληθής.