σχηματισμός
ουσιαστικό1. Οργάνωση ή διάταξη στοιχείων σε ορισμένο σχήμα, μορφή ή δομή.
2. Δομή από βράχους ή ιζήματα που προέκυψε από γεωλογικές διεργασίες.
3. Συγκεκριμένη διάταξη ή συγκρότηση ατόμων, μονάδων ή αντικειμένων για κοινή δράση ή τακτική.
Συνώνυμα
διαμόρφωση δημιουργία συγκρότηση παράταξη σύνθεση δομή σύσταση οργάνωση συγκέντρωση συγκρότημα σχηματοποίηση μορφοποίηση στρατιά σύλληψη απόσπασμα κατάρτιση σύνταξη συσσώρευση σύμπλεγμα ομάδα τμήμα μονάδα στρωμάτωση παρέα μπουλούκι δίκτυο διάταξη διμοιρία λόχος μοίρα στρατός μορφή σύστημα τάγμα συνδυασμός άρθρωση γκρουπ διάρθρωση κλιμάκιο κομπανία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σχηματισμός των βράχων σε αυτό το φαράγγι χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια.
- Ο σχηματισμός των νεφών στον ορίζοντα προμήνυε ισχυρή καταιγίδα.
- Ο σχηματισμός των στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης ήταν καθοριστικός για την επιτυχία.
- Ο σχηματισμός της κυβέρνησης μετά τις εκλογές καθυστέρησε λόγω διαφωνιών μεταξύ των κομμάτων.
- Ο σχηματισμός νέων λέξεων στη γλώσσα συχνά γίνεται με σύνθεση ή παραγωγή.