στρατός
ουσιαστικό1. Οργανωμένη ένοπλη δύναμη εκπαιδευμένων και εξοπλισμένων ατόμων που ανήκει σε κράτος και έχει ως κύριο ρόλο την άμυνα, την επιβολή της ασφάλειας και τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατός παρέλασε στην κεντρική πλατεία κατά την εθνική εορτή.
- Το υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε πρόσθετες δαπάνες για τον στρατό.
- Ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι ιστορικό παράδειγμα στρατιωτικής οργάνωσης.
- Στην αντιμετώπιση της πλημμύρας συμμετείχε ένας στρατός εθελοντών.
- Μετά τη σύγκρουση, πολλοί στρατοί αποσύρθηκαν από την περιοχή.