παρέα
ουσιαστικό1. Ομάδα ατόμων που συναντιούνται ή συναναστρέφονται τακτικά και περνούν χρόνο μαζί, μοιράζονται δραστηριότητες ή συζητήσεις.
Συνώνυμα
συντροφιά παρεάκι παρεούλα συναναστροφή συντροφικότητα εταιρεία εταιρία φίλοι σύντροφοι συνοδεία ομάδα κύκλος κλίκα κομπανία σύντροφος συνοδός μπάντα συγκρότημα συλλογικά κοινωνία λέσχη κοπάδι γκρουπ συμπόρευση σπείρα συμμορία σύναξη συνοδία ακολουθία διμοιρία επιτελείο θίασος κοινότητα λόχος μπουλούκι παράταξη συναγωγή σχηματισμός σωματείο σύλλογος φάρα φατρία συμβούλιο πλήρωμα φιλία σύνολο συνεργείο τάγμα αδελφότητα συμμαχία αγέλη σύνδεσμος κλιμάκιο μάζωξη ομαδικά συμπαράταξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήρθαμε παρέα στο πάρτι.
- Η παρέα μας ήταν γεμάτη γέλια όλη τη νύχτα.
- Θέλω λίγη παρέα όταν διαβάζω.
- Κάνω παρέα με τη Μαρία από το σχολείο.
- Μια καλή παρέα μπορεί να αλλάξει τη διάθεσή σου.