οικείος

επίθετο

1. Που προκαλεί ή εκφράζει αίσθημα άνεσης, εμπιστοσύνης και στενής σχέσης σε σχέση με πρόσωπο, χώρο ή αντικείμενο.

2. Που ανήκει στο σπίτι, την οικογένεια ή το νοικοκυριό και σχετίζεται με την οικογενειακή σφαίρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικεία του ήρθε από την επαρχία για να τον επισκεφθεί.
  • Το τραγούδι αυτό μου φάνηκε οικείο από το πρώτο άκουσμα.
  • Ένιωθε οικεία στο νέο σχολείο μετά από λίγες μέρες.
  • Οι οικείοι του συνεργάτες γνώριζαν το μυστικό.
  • Το οικείο περιβάλλον του σπιτιού τον ηρεμούσε.