κοντινός
επίθετο1. Που βρίσκεται σε μικρή απόσταση σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς.
2. Που απέχει λίγο χρονικά από ένα γεγονός ή σημείο αναφοράς.
3. Που χαρακτηρίζεται από στενή σχέση, οικειότητα ή μικρή διαφορά σε κάποιο χαρακτηριστικό.
Συνώνυμα
κοντινότερος πλησίον πλησίος πλησιέστερος εγγύς διπλανός γειτονικός όμορος παρακείμενος στενό εγγύτατος παράπλευρος πλαϊνός στενός κολλητός οικείος
Αντώνυμα
μακρινός απομακρυσμένος απόμακρος μακρύτερος μακρινότερος απώτερος απρόσιτος αποξενωμένος απώτατος μακρυνός δυσπρόσιτος αποκομμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κοντινός σταθμός είναι πέντε λεπτά μακριά.
- Η κοντινή στάση του λεωφορείου είναι γεμάτη.
- Το κοντινό κατάστημα κλείνει στις εννιά.
- Το κοντινό μέλλον φαίνεται αβέβαιο.
- Οι κοντινοί φίλοι της την υποστήριξαν στη δύσκολη στιγμή.