αφύσικος
επίθετο1. Που δεν συμφωνεί με τη φυσική κατάσταση ή τη φύση των πραγμάτων και δεν προκύπτει από φυσιολογικές διαδικασίες.
2. Που φαίνεται τεχνητός ή επιτηδευμένος και απομακρύνεται από το αυθόρμητο ή το φυσικό.
Συνώνυμα
τεχνητός συνθετικός ψεύτικος φτιαχτός ανώμαλος εξωπραγματικός παράξενος αλλόκοτος περίεργος ιδιόρρυθμος απόκοσμος παράταιρος παράδοξος αλλιώτικος αταίριαστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αφύσικη σιγή εκείνης της νύχτας με τρόμαξε.
- Ο ήχος που ακούστηκε ήταν αφύσικος και κανείς δεν μπόρεσε να τον εξηγήσει.
- Η αφύσικη συμπεριφορά του ασθενούς υποδείκνυε νευρολογικό πρόβλημα.
- Οι αφύσικες μετρήσεις του εργαστηρίου ανάγκασαν τους επιστήμονες να επαναλάβουν το πείραμα.
- Το φως είχε αφύσικη απόχρωση, σαν κάτι τεχνητό στην ατμόσφαιρα.