εναλλακτικός
επίθετο1. Που αποτελεί ή προσφέρει επιλογή διαφορετική από την κυρίαρχη, συνηθισμένη ή προτεινόμενη λύση.
2. Που χαρακτηρίζει πρακτικές, μεθόδους, ρεύματα ή τεχνολογίες που αποκλίνουν από το παραδοσιακό ή συμβατικό και προτείνουν άλλες προσεγγίσεις ή λύσεις.
Συνώνυμα
άλλος έτερος διαφορετικός αντισυμβατικός αναπληρωματικός εναλλασσόμενος ανορθόδοξος ασυνήθιστος πρωτότυπος καινοτόμος δευτερεύων συμπληρωματικός αλλιώτικος ιδιόμορφος ανατρεπτικός ψαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει μια εναλλακτική λύση στο πρόβλημα.
- Αν η κυκλοφορία είναι κακή, θα πάρουμε τον εναλλακτικό δρόμο.
- Η μπάντα παίζει εναλλακτική ροκ μουσική.
- Πολλοί καταφεύγουν σε εναλλακτικές θεραπείες.
- Το εργοστάσιο επενδύει σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας όπως ο ήλιος και ο άνεμος.
- Πρέπει να έχουμε ένα εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση αποτυχίας.