ξεκινώ
ρήμα1. Θέτω σε κίνηση ή σε λειτουργία μια διαδικασία, δραστηριότητα ή έργο, κάνοντας την αρχή.
2. Αναχωρώ από ένα σημείο για να μεταβώ σε άλλο, ξεκινώ ταξίδι ή μετακίνηση.
3. Ενεργοποιώ μηχανή, όχημα ή συσκευή ώστε να αρχίσει να λειτουργεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα ξεκινώ μαθήματα πιάνου για πρώτη φορά.
- Αύριο το πρωί ξεκινώ για την Αθήνα.
- Κάθε μέρα ξεκινώ τη δουλειά μου με ένα φλιτζάνι καφέ.
- Με ένα κλικ ξεκινώ το πρόγραμμα στον υπολογιστή.
- Την προετοιμασία την ξεκινώ πάντα δύο εβδομάδες πριν.