μαζεύω
ρήμα1. Φέρνω ή συγκεντρώνω διάφορα αντικείμενα σε ένα σημείο, ώστε να βρίσκονται μαζί.
2. Συλλέγω καρπούς, φρούτα, λαχανικά ή προϊόντα από τη φύση ή το χωράφι.
3. Προκαλώ ή οργανώνω τη συγκέντρωση ανθρώπων σε έναν χώρο ή συγκεντρώνω πλήθος.
Συνώνυμα
συλλέγω συγκεντρώνω συναθροίζω συγκομίζω παραλαμβάνω παίρνω τακτοποιώ αποταμιεύω συμμαζεύω μαζεύομαι συσσωρεύω περισυλλέγω συνάγω συσπειρώνω αποθησαυρίζω εξοικονομώ ηρεμίζω ανασκευάζω οικονομώ σηκώνω αρπάζω κουβαλάω θερίζω σώζω ανασύρω αποσύρω συναρμολογώ επανορθώνω αθροίζω θησαυρίζω καταχωνιάζω συρρικνώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ Μαζεύω τα παιχνίδια πριν νυχτώσει.
- Μαζεύω ελιές κάθε φθινόπωρο από τον κήπο.
- Μαζεύω χρήματα για ένα ταξίδι στο εξωτερικό.
- Μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι μετά το γεύμα.
- Μαζεύω θάρρος πριν μιλήσω δημόσια.