κόψιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης του κόβω· αποκοπή ή διαίρεση υλικού με αιχμηρό εργαλείο ή μηχανή.
2. Κομμάτι ή τμήμα που προκύπτει από το κόψιμο, συνήθως λεπτό ή αποκομμένο τμήμα αντικειμένου.
Συνώνυμα
κοπή τομή εκτομή ακρωτηριασμός κλάδεμα κούρεμα περικοπή διακοπή διαγραφή αποτυχία ψαλίδισμα αποκοπή αφαίρεση αφαίρεμα μείωση τεμάχισμα συρρίκνωση μπλόκο μπλοκάρισμα απόσπαση άρνηση ακύρωση αποκήρυξη αποσύνδεση απόρριψη ματαίωση τερματισμός άδειασμα σταμάτημα σβήσιμο σχίσιμο ξήλωμα διαίρεση πληγή απαγόρευση αποξένωση αποτροπή ελάττωση τραυματισμός χωρισμός παραγκωνισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έπαθα ένα κόψιμο στο δάχτυλο ενώ έκοβα το ψωμί.
- Θα πάω αύριο στο κομμωτήριο για ένα κόψιμο μαλλιών.
- Το κόψιμο ρεύματος κράτησε πάνω από δύο ώρες χθες το βράδυ.
- Οι εργαζόμενοι φοβούνται πιθανό κόψιμο μισθών τον επόμενο μήνα.
- Το κόψιμο των δαπανών στον προϋπολογισμό ήταν αναγκαίο.