κόψιμο

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης του κόβω· αποκοπή ή διαίρεση υλικού με αιχμηρό εργαλείο ή μηχανή.

2. Κομμάτι ή τμήμα που προκύπτει από το κόψιμο, συνήθως λεπτό ή αποκομμένο τμήμα αντικειμένου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έπαθα ένα κόψιμο στο δάχτυλο ενώ έκοβα το ψωμί.
  • Θα πάω αύριο στο κομμωτήριο για ένα κόψιμο μαλλιών.
  • Το κόψιμο ρεύματος κράτησε πάνω από δύο ώρες χθες το βράδυ.
  • Οι εργαζόμενοι φοβούνται πιθανό κόψιμο μισθών τον επόμενο μήνα.
  • Το κόψιμο των δαπανών στον προϋπολογισμό ήταν αναγκαίο.