κόντρα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή ιδέες δεν συμφωνούν και ενεργούν με ανταγωνιστικό ή αντιθετικό τρόπο.

2. Κατεύθυνση ή ροή αντίθετη προς την κύρια φορά (π.χ. άνεμος ή νερό) που δυσχεραίνει την κίνηση προς τα εμπρός.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχουν κόντρα εδώ και χρόνια.
  • Η απόφαση αυτή είναι κόντρα στις βασικές μας αρχές.
  • Το ιστιοφόρο πλέει κόντρα στον άνεμο.
  • Υπάρχει μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο ομάδων.
  • Δύο οδηγοί έκαναν κόντρα στην εθνική οδό.