καταργώ
ρήμα1. Παύω επίσημα την ισχύ ή την εφαρμογή ενός νόμου, κανονισμού, θεσμού ή διάταξης, ώστε να μην ισχύει πλέον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θεσπίζω θεσμοθετώ ιδρύω εγκαθιδρύω επαναφέρω διατηρώ αποκαθιστώ θέτω καθορίζω ορίζω συντάσσω ισχύω στήνω δημιουργώ εδραιώνω οριοθετώ εισάγω επιβάλλω εφαρμόζω συντηρώ κρατώ επικυρώνω ψηφίζω υιοθετώ ανανεώνω κατασκευάζω σκαρώνω χαράσσω χορηγώ κάνω παράγω καθιστώ αρχειοθετώ διοργανώνω εγγράφω κατοχυρώνω νομιμοποιώ ενισχύω εκκινώ προμηθεύω προωθώ φτιάχνω ανακηρύσσω αναπτύσσω
Παραδείγματα χρήσης
- Ως υπουργός, καταργώ την παλιά νομοθεσία που δεν εξυπηρετεί πλέον τον δημόσιο συμφέρον.
- Στην εταιρεία μου, καταργώ το πρόγραμμα επιδοτήσεων για κάποιες προϊόντικές γραμμές.
- Στην καινούρια έκδοση του λογισμικού, καταργώ τη δυνατότητα αυτόματης αποθήκευσης.
- Για να προωθήσω την ισότητα, καταργώ κάποιες παλιές τελετουργίες του σχολείου.
- Από αύριο καταργώ τα γλυκά από τη διατροφή μου.