ευπρεπής
επίθετοΠου εμφανίζει ή τηρεί σεβαστή, τακτική και κατάλληλη εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά σύμφωνα με κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα.
Συνώνυμα
αξιοπρεπής κόσμιος σεμνός κομψός προσεγμένος καλοντυμένος ευπρόσωπος καλαίσθητος ευγενικός ευγενής πρέπων στυλάτος τακτικός τακτοποιημένος καθαρός μετρημένος επίσημος επιμελής άψογος διακριτικό καλός μετριόφρων σεβαστός συνεσταλμένος ηθικός άξιος ευκατάστατος
Αντώνυμα
απρεπής ανάρμοστος χυδαίος απαράδεκτος θρασύς άθλιος αλήτης ντροπιαστικός άξεστος άσεμνος αισχρός αναίσχυντος προσβλητικός σκανδαλώδης αγενής αναιδής ασεβής άκομψος ατημέλητος ακατάστατος αχτένιστος βρώμικος ξεδιάντροπος βάρβαρος κακός αυθάδης εξαθλιωμένος υβριστικός πρόχειρος προκλητικός ανήθικος αποκρουστικός ακαλαίσθητος ακαλλιέργητος βάναυσος παραμελημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς πάντα ντύνεται ευπρεπής όταν πηγαίνει στην εκκλησία.
- Η υπάλληλος φρόντισε να είναι ευπρεπής στη συμπεριφορά της απέναντι στους πελάτες.
- Στην εκδήλωση απαιτείται ευπρεπής εμφάνιση.
- Ο κήπος είναι ευπρεπής και καλά περιποιημένος.
- Οι μαθητές πρέπει να είναι ευπρεπείς στην τάξη.