επιτυχία
ουσιαστικό1. Η επίτευξη επιθυμητού αποτελέσματος ή σκοπού ως αποτέλεσμα προσπάθειας, δεξιοτήτων, ευνοϊκών συνθηκών ή συνδυασμού αυτών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποτυχία ήττα φιάσκο πατάτα κατάρρευση τραγωδία γκάφα δοκιμασία συντριβή απόπειρα ατόπημα αστοχία ματαίωση ναυάγιο καταστροφή ατύχημα ατυχία δυστύχημα πανωλεθρία πλήγμα συμφορά σφάλμα δυσλειτουργία κράχ χαστούρα ξεφτίλα στραβοπάτημα πρόβλημα ανικανότητα κακοδαιμονία κακοτυχία σκάνδαλο χάσιμο χρεοκοπία γρουσουζιά ψάξιμο
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιτυχία της μακροχρόνιας προσπάθειας δικαίωσε την ομάδα.
- Η θεατρική παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα.
- Η επιτυχία της επέμβασης εξαρτάται από την εμπειρία του χειρουργού.
- Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στις εξετάσεις σου.
- Η επιτυχία του πειράματος θα κριθεί από τα τελικά δεδομένα.