επιτυχία

ουσιαστικό

1. Η επίτευξη επιθυμητού αποτελέσματος ή σκοπού ως αποτέλεσμα προσπάθειας, δεξιοτήτων, ευνοϊκών συνθηκών ή συνδυασμού αυτών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιτυχία της μακροχρόνιας προσπάθειας δικαίωσε την ομάδα.
  • Η θεατρική παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα.
  • Η επιτυχία της επέμβασης εξαρτάται από την εμπειρία του χειρουργού.
  • Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στις εξετάσεις σου.
  • Η επιτυχία του πειράματος θα κριθεί από τα τελικά δεδομένα.