ενότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία διάφορα μέρη λειτουργούν ως ένα ενιαίο, αδιάσπαστο όλο, χωρίς ρήγματα ή ασυνέχειες στην λειτουργία ή στη μορφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ενότητα του κόμματος διασφαλίζει μια ισχυρή παρουσία στις εκλογές.
  • Διάβασα την τρίτη ενότητα του βιβλίου για την ιστορία της τέχνης.
  • Η σημερινή ενότητα στο μάθημα περιλαμβάνει ασκήσεις γραμματικής.
  • Η ενότητα του κειμένου ενισχύεται από την καθαρή δομή και τα παραδείγματα.
  • Η νέα ενότητα του προγράμματος βελτιώνει τη διαχείριση χρηστών.