εμφάνιση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του να γίνεται ορατός ή να παρουσιάζεται κάποιος ή κάτι σε έναν χώρο, σε εκδήλωση ή σε σκηνικό.

2. Η εξωτερική όψη ή μορφή με την οποία παρουσιάζεται ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή φαινόμενο, όπως γίνεται οπτικά αντιληπτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εμφάνιση του κτιρίου είναι μοντέρνα και προσεγμένη.
  • Η εμφάνιση της τραγουδίστριας στη σκηνή εντυπωσίασε το κοινό.
  • Η εμφάνιση των συμπτωμάτων ήταν ξαφνική και ανησυχητική.
  • Μετά την ενημέρωση, η εμφάνιση του μενού άλλαξε ριζικά.
  • Η εμφάνιση των αστεριών στον ουρανό ήταν μαγευτική.
  • Η εμφάνιση του παίκτη στον τελικό κρίθηκε καθοριστική.