μούτρο
ουσιαστικό1. Το μπροστινό τμήμα της κεφαλής που περιλαμβάνει μάτια, μύτη και στόμα.
2. Έκφραση ή εμφάνιση του προσώπου, συνήθως αγέλαστη, κατσούφικη ή σκληρή.
3. Άτομο με αγενή, επιθετική ή αδιάφορη συμπεριφορά, που χρησιμοποιείται κυρίως υποτιμητικά ή ειρωνικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μούτρο του παιδιού ήταν γελαστό.
- Μην κάνεις τέτοιο μούτρο όταν σου μιλάνε σοβαρά.
- Αυτό το μούτρο δεν σέβεται κανέναν.
- Το μούτρο του ήταν γεμάτο χώμα από το παιχνίδι.
- Έβγαλε ένα αγριεμένο μούτρο όταν τον ρώτησα.