δισταγμός
ουσιαστικόΚατάσταση κατά την οποία ένα άτομο δεν προχωρά αμέσως σε ενέργεια ή απόφαση εξαιτίας επιφυλακτικότητας, αβεβαιότητας ή ανάγκης για περαιτέρω σκέψη, εκδηλωνόμενη με καθυστέρηση ή αναβολή της πράξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δισταγμός του πριν απαντήσει φανέρωνε την αβεβαιότητά του.
- Προσπάθησε να κρύψει τον δισταγμό του όταν του έγινε η ερώτηση.
- Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, αποδέχτηκε την πρόταση.
- Ο δισταγμός των ψηφοφόρων καθυστέρησε την ανακοίνωση του αποτελέσματος.
- Ένιωσε έναν στιγμιαίο δισταγμό, αλλά τελικά προχώρησε.