κότσια

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή ποιότητα του να διαθέτει κανείς τόλμη, αποφασιστικότητα και θάρρος όταν αντιμετωπίζει δύσκολες ή επικίνδυνες καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχει κότσια να μιλήσει δημόσια.
  • Δεν έχεις κότσια να του το πεις στα μούτρα;
  • Του πήραν τα κότσια όταν είδε την αντίδραση του κοινού.
  • Τον χτύπησαν στα κότσια και σωριάστηκε από τον πόνο.