διαμαρτυρία
ουσιαστικό1. Έκφραση αντίθεσης ή δυσαρέσκειας προς πράξη, απόφαση ή κατάσταση, που εκφράζεται με λόγια, γραπτά ή σύμβολα.
2. Οργανωμένη δημόσια εκδήλωση ή πορεία όπου άτομα συγκεντρώνονται για να επιδείξουν την αντίθεσή τους και να διεκδικήσουν αλλαγές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι εργαζόμενοι οργανώνουν μια διαμαρτυρία έξω από το υπουργείο.
- Η διαμαρτυρία των φοιτητών κράτησε όλη τη μέρα.
- Είχε υποβάλει γραπτή διαμαρτυρία στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών.
- Η έντονη διαμαρτυρία του κοινού ανάγκασε την εταιρεία να ανακαλέσει την ανακοίνωση.
- Κατέθεσαν επίσημη διαμαρτυρία κατά της απόφασης στο διοικητικό συμβούλιο.