βία
ουσιαστικό1. Εφαρμογή σωματικής δύναμης ή καταναγκασμού που προκαλεί πόνο, τραυματισμό ή ζημία σε πρόσωπα ή αντικείμενα.
2. Πίεση ή εξαναγκασμός με απειλές ή μέσα που περιορίζουν την ελευθερία δράσης του ατόμου, προκειμένου να επιβληθεί η θέληση κάποιου.
Συνώνυμα
βιαιότητα βιαιοπραγία αναγκασμός εξαναγκασμός καταναγκασμός καταπίεση ωμότητα βαναυσότητα σκληρότητα τύραννία δύναμη επιβολή αγριότητα βασανισμός επιθετικότητα κακοποίηση πίεση απειλή ξυλοδαρμός συμπλοκή σύγκρουση πόλεμος τραχύτητα ύβρις ζόρι ισχύς αυθαιρεσία τσαμπουκάς τυραννία εκφοβισμός κακομεταχείριση φρικαλεότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βία δεν είναι λύση.
- Πρέπει να καταπολεμήσουμε τη βία με κοινωνικά προγράμματα.
- Η σύλληψη έγινε με βία, χωρίς να τηρηθούν τα δικαιώματα.
- Τα παιδιά που βιώνουν βία χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη.
- Η δημόσια συζήτηση για τη βία στα μέσα ενημέρωσης είναι αναγκαία.