βαναυσότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνεται με χονδροειδή, αδιάφορη προς τα συναισθήματα συμπεριφορά και με πράξεις που προκαλούν πόνο ή ταπεινώνουν, συνοδευόμενα από έλλειψη τρυφερότητας, σεβασμού ή πολιτισμένων τρόπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βαναυσότητα του εγκληματία συγκλόνισε το δικαστήριο.
  • Οι εικόνες αποκάλυψαν τη βαναυσότητα με την οποία κακοποιούνταν τα ζώα.
  • Η βαναυσότητα του πολέμου άφησε ανεξίτηλα τραύματα στην κοινωνία.
  • Στο βιβλίο περιγράφεται η βαναυσότητα του ανθρώπινου εγωισμού.
  • Η κοινωνική αντίδραση προκλήθηκε από τη βαναυσότητα των νέων μέτρων.