αποστροφή
ουσιαστικό1. Συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονη άρνηση και επιθυμία απομάκρυνσης από κάποιο αντικείμενο, κατάσταση ή πρόσωπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έλξη συμπάθεια έφεση καύλα κλίση λαχτάρα ροπή σπινθήρας γούστο γοητεία τάση αρέσκεια θαυμασμός αγάπη επιθυμία έρως λατρεία προθυμία πόθος στοργή όρεξη εντύπωση αγκαλιά βλέμμα ενθουσιασμός πειρασμός έρωτας ελκυστικότητα καθήλωση οίστρος παρακίνηση προσήλωση συγκίνηση ματιά προτίμηση αποδοχή προτροπή βήμα αφοσίωση θέλημα ενθάρρυνση ευμένεια οικειότητα παρότρυνση
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωθε αποστροφή μόλις μύρισε το χαλασμένο γάλα.
- Η αποστροφή του για την αδικία τον ανάγκασε να μιλήσει.
- Η αποστροφή από τα πολιτικά παιχνίδια οδήγησε πολλούς νέους σε αποχή.
- Στην ομιλία του έκανε μια αποστροφή στους νεκρούς ήρωες για συγκίνηση.