θαυμασμός

ουσιαστικό

1. Συναίσθημα έντονης εκτίμησης και δέους προς πρόσωπο, αντικείμενο ή γεγονός που προκαλείται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ικανότητες ή ομορφιά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θαυμασμός της για τον καθηγητή αντανακλούσε την αφοσίωσή της.
  • Μπροστά στο τεχνούργημα επικράτησε θαυμασμός.
  • Ο θαυμασμός του κοινού συνοδεύτηκε από παρατεταμένα χειροκροτήματα.
  • Ο θαυμασμός για τη φύση μετατράπηκε σε αίσθημα ταπεινότητας.
  • Αν και ήταν σκεπτικός, ο θαυμασμός του για την ανακάλυψη έγινε φανερός.