αποδιοργάνωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία η οργανωμένη δομή ή η συστηματική λειτουργία ενός ατόμου, ομάδας, οργανισμού, συστήματος ή διαδικασίας χάνει τη συνοχή της και αδυνατεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απρόβλεπτη απουσία του διευθυντή προκάλεσε μεγάλη αποδιοργάνωση στην ομάδα.
  • Οι καθυστερήσεις στις προμήθειες οδήγησαν σε αποδιοργάνωση της εκδήλωσης.
  • Η εξωτερική επίθεση προκάλεσε την αποδιοργάνωση των εχθρικών δυνάμεων.
  • Μετά το σοβαρό ατύχημα αντιμετώπιζε ψυχολογική αποδιοργάνωση στην καθημερινή του λειτουργία.
  • Ο ιός προκάλεσε αποδιοργάνωση στο δίκτυο των υπολογιστών του γραφείου.
  • Η αδυναμία του κράτους να παρέμβει οδήγησε σε αποδιοργάνωση των τοπικών υπηρεσιών.