ανεπάρκεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη του αναγκαίου ποσού, μέτρου ή ποιότητας για να ικανοποιηθεί μια ανάγκη ή να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα.

2. Αδυναμία ενός οργάνου, συστήματος ή οργανισμού να λειτουργήσει αποτελεσματικά ή όπως απαιτείται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει κόπωση και πόνο στα οστά.
  • Η ανεπάρκεια φωτισμού καθιστά επικίνδυνη τη διάβαση τη νύχτα.
  • Η ανεπάρκεια πόρων ανάγκασε την εταιρεία να αναβάλλει το έργο.
  • Η ανεπάρκεια ασφαλείας στο λογισμικό εκθέτει προσωπικά δεδομένα.
  • Η ανεπάρκεια στα προσόντα του υποψηφίου τον απέκλεισε από τη θέση.
  • Η ανεπάρκεια της καρδιάς απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση.