απειρία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να μην έχει αποκτήσει εμπειρία σε συγκεκριμένο τομέα ή δραστηριότητα, με αποτέλεσμα περιορισμένη πρακτική γνώση ή δεξιότητες.

Συνώνυμα

απείρα απροϋπηρεσία αρχαριότητα ερασιτεχνισμός άγνοια αμάθεια αδεξιότητα ανεπάρκεια αμορφωσιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απειρία του νέου οδηγού προκάλεσε ένα μικρό ατύχημα.
  • Λόγω της απειρίας, η ομάδα απέτυχε να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.
  • Η δασκάλα εξήγησε ότι η απειρία είναι συνηθισμένο εμπόδιο για τους αρχάριους.
  • Η απειρία της νεαρής μαγείρισσας φάνηκε όταν κάηκε το φαγητό.
  • Μη φοβάσαι την απειρία· με την εξάσκηση όλα βελτιώνονται.