αλλαγή
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο κάτι παύει να έχει την προηγούμενη μορφή, κατάσταση ή ιδιότητα και αποκτά διαφορετική.
2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της τοποθέτησης άλλου αντικειμένου ή προσώπου στη θέση του προηγούμενου.
Συνώνυμα
μεταβολή τροποποίηση μετατροπή αναθεώρηση εναλλαγή αντικατάσταση ανταλλαγή αναπροσαρμογή ανανέωση μετασχηματισμός αναδιάρθρωση ανασχηματισμός αναδιάταξη βάρδια παραλλαγή μετάβαση ανατροπή μεταλλαγή μεταστροφή στροφή διόρθωση εξέλιξη αλλοίωση κωλοτούμπα περιστροφή αναστροφή αστάθεια επανάσταση επισκευή κινητικότητα προσαρμογή
Αντώνυμα
σταθερότητα μονιμότητα αμεταβλητότητα ρουτίνα διατήρηση συνέχεια παραμονή στασιμότητα σταθεροποίηση έθιμο κληρονομιά μονοτονία συνήθεια παράδοση επανάληψη στάσιμότητα ακινησία συντήρηση στάση καθημερινότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχω αλλαγή για το λεωφορείο.
- Λόγω της βροχής υπήρξε αλλαγή στο πρόγραμμα της εκδήλωσης.
- Η αλλαγή της πολιτικής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Προτείνω μια μικρή αλλαγή στο σχέδιο πριν το υπογράψουμε.
- Η αλλαγή του καιρού μας αιφνιδίασε.