αλλαγή

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο κάτι παύει να έχει την προηγούμενη μορφή, κατάσταση ή ιδιότητα και αποκτά διαφορετική.

2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της τοποθέτησης άλλου αντικειμένου ή προσώπου στη θέση του προηγούμενου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν έχω αλλαγή για το λεωφορείο.
  • Λόγω της βροχής υπήρξε αλλαγή στο πρόγραμμα της εκδήλωσης.
  • Η αλλαγή της πολιτικής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Προτείνω μια μικρή αλλαγή στο σχέδιο πριν το υπογράψουμε.
  • Η αλλαγή του καιρού μας αιφνιδίασε.