ρουτίνα
ουσιαστικό1. Σειρά επαναλαμβανόμενων ενεργειών ή συνηθειών που εκτελούνται τακτικά και με σταθερό τρόπο.
2. Καθορισμένη διαδικασία ή σύνολο βημάτων για την εκτέλεση εργασιών σε καθημερινό, επαγγελματικό ή τεχνικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
συνήθεια πρόγραμμα καθημερινότητα διαδικασία πρωτόκολλο πρακτική μέθοδος σύστημα τυπικό ρουτινισμός έθιμο έθος κανονικότητα συνάρτηση τελετουργία μονοτονία κανόνας λειτουργία τυποποίηση προτροπή ανία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ρουτίνα μου το πρωί περιλαμβάνει τρέξιμο και καφέ.
- Η καθημερινή ρουτίνα στο γραφείο τον είχε κουράσει.
- Πριν την απογείωση, ενεργοποιείται μια ρουτίνα ελέγχων ασφαλείας.
- Έγραψα μια ρουτίνα που ταξινομεί τα δεδομένα γρήγορα.
- Η χορευτική ρουτίνα τους εντυπωσίασε το κοινό.