επανάληψη

ουσιαστικό

1. Ενεργειακή ή διαδικαστική εκτέλεση ενός πράγματος πολλές φορές με την ίδια ή παρόμοια μορφή, ώστε να αναπαραχθεί ή να εδραιωθεί.

2. Η επανεμφάνιση ή ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας ενός φαινομένου, μοτίβου ή στοιχείου σε χρόνο ή χώρο.

Συνώνυμα

επανεκτέλεση επαναπροβολή βρόχος αναπαραγωγή επανεμφάνιση ανακεφαλαίωση επανεξέταση επανέκδοση επαναδημοσίευση εξάσκηση πρόβα ρεφρέν κύκλος καθημερινότητα μονοτονία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επανάληψη βοηθάει στη συγκράτηση της πληροφορίας.
  • Έκαναν μια επανάληψη της παράστασης πριν την πρεμιέρα.
  • Η επανάληψη του επεισοδίου θα μεταδοθεί απόψε στην τηλεόραση.
  • Στα μαθηματικά, η επανάληψη ενός μοτίβου δείχνει περιοδικότητα.
  • Η συνεχής επανάληψη του ίδιου λάθους απαιτεί αλλαγή στρατηγικής.