ακινητοποιούμαι
ρήμα1. Σταματώ να κινούμαι ή χάνω την ικανότητα για κίνηση.
2. Γίνομαι ανίκανο να κινηθώ εξαιτίας βλάβης, εμποδίου ή τεχνικού προβλήματος (π.χ. όχημα, μηχανή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κινούμαι ξεκινώ ξεκινάω ενεργοποιούμαι λειτουργώ κυλάω μετακινούμαι οδεύω περιστρέφομαι στροβιλίζομαι κουνιέμαι χορεύω κυκλοφορώ στριφογυρίζομαι στριφογυρίζω στροβιλίζω επανεκκινώ επανέρχομαι αποκαθίσταμαι επιταχύνομαι ξεμπλοκάρω βαδίζω βηματίζω διαβαίνω περιπλανιέμαι περιφέρομαι πορεύομαι προχωράω περπατάω προχωρώ απεγκλωβίζομαι διασχίζω μεταβαίνω παρελαύνω πετιέμαι σφαδάζω τρέχω πετάγομαι πάω περιδιαβαίνω χτυπιέμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της συναυλίας, μπροστά στο θεαματικό σόου, ακινητοποιούμαι από την έκπληξη.
- Όταν νιώθω έντονο πόνο στη μέση, ακινητοποιούμαι για λίγα λεπτά μέχρι να περάσει.
- Κατά τη διάρκεια της απεργίας, λόγω των μπλοκαρισμένων δρόμων, ακινητοποιούμαι και δεν μπορώ να φτάσω στη δουλειά.
- Μόλις ανάψει το κόκκινο φανάρι, ακινητοποιούμαι και περιμένω να αλλάξει.
- Μπροστά στο θέαμα ενός τροχαίου, για λίγα δευτερόλεπτα ακινητοποιούμαι από το σοκ.