αθώος
επίθετο1. Που δεν έχει διαπράξει παράπτωμα ή έγκλημα ή δεν βρέθηκε ένοχος για αυτό, σύμφωνα με νομική κρίση ή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων.
2. Που στερείται κακίας ή δόλου, με αγνή ή απλή διάθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ένοχος ενοχοποιημένος μπλεγμένος κατηγορούμενος καταδικασμένος πονηρός ύποπτος εγκληματίας κακοποιός κατάδικος υπόλογος επικίνδυνος κακόβουλος βλαβερός υπεύθυνος πανούργος φθαρμένος δράστης ερωτικός ποινικός αισθησιακός ακάθαρτος αμαρτωλός βιαστής εμπλεκόμενος σάπιος σκανδαλώδης κατακριτέος ύπουλος δόλιος κλέφτης καταραμένος αναθεματισμένος θανατικός κρατούμενος ντροπιαστικός σοφός έμπειρος κατήγορος ντετέκτιβ άσεμνος
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος.
- Η γυναίκα δήλωσε ότι είναι αθώα και δεν είχε καμία σχέση με το περιστατικό.
- Το παιδί κοίταξε με ένα αθώο βλέμμα, χωρίς να καταλαβαίνει τον καυγά.
- Ήταν ένα σχόλιο τελείως αθώο, χωρίς κακές προθέσεις.
- Δεν υπήρχε ούτε ένας αθώος ανάμεσά τους εκείνο το βράδυ.