ακίνδυνος
επίθετο1. Που δεν προκαλεί ή δεν περιέχει κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα, την υγεία ή την ασφάλεια.
2. Που δεν δύναται να προκαλέσει ζημία σε αντικείμενα, συσκευές ή το περιβάλλον και δεν ενέχει ρίσκο κατά τη χρήση ή τη λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πάρκο είναι ακίνδυνο για τα παιδιά.
- Το φίδι που βρήκαμε στον κήπο ήταν ακίνδυνο.
- Ο άντρας στην κάμερα φαινόταν ακίνδυνος και συνεργάσιμος.
- Η επέμβαση θεωρείται ακίνδυνη όταν την κάνει έμπειρος χειρουργός.
- Αφού βγήκαν τα αποτελέσματα, τα δείγματα κρίθηκαν ακίνδυνα.