ανώμαλος
επίθετο1. Που αποκλίνει από το συνηθισμένο ή αναμενόμενο στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά ή στην κατάσταση.
2. Που έχει μη ομαλή ή ανομοιόμορφη επιφάνεια, με ανισότητες, εξογκώματα ή λακκούβες.
Συνώνυμα
ακανόνιστος παράτυπος παθολογικός διαταραγμένος περίεργος παράξενος ανορθόδοξος διαστροφικός ιδιόμορφος ασυνήθιστος εκκεντρικός τρελός αφύσικος ανισόρροπος ανομοιόμορφος τραχύς κακοτράχαλος παράδοξος ασυνήθης έκτακτος άτυπος προβληματικός
Αντώνυμα
φυσιολογικός κανονικός ομαλός επίπεδο τακτικός συνηθισμένος υγιής ισορροπημένος επίπεδος συμμετρικός νομοταγής
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν ανώμαλη.
- Ο δρόμος μετά την καταιγίδα ήταν ανώμαλος και δύσκολος στην οδήγηση.
- Ο γιατρός σημείωσε έναν ανώμαλο καρδιακό ρυθμό στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.
- Τους τελευταίους μήνες έχει ανώμαλη έμμηνο ρύση και πρέπει να συμβουλευτεί γυναικολόγο.
- Τον αποφεύγουν επειδή τον θεωρούν ανώμαλο.