εξάρτημα
ουσιαστικό1. Μέρος ή στοιχείο που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης κατασκευής, μηχανήματος ή συστήματος και εκπληρώνει συγκεκριμένη λειτουργία απαραίτητη για τη συνολική λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εξάρτημα του κινητήρα χρειάζεται αντικατάσταση.
- Αγόρασα ένα καινούριο εξάρτημα για τον υπολογιστή.
- Το σφάλμα εντοπίστηκε σε ένα μικρό εξάρτημα του λογισμικού.
- Το ορθοπεδικό εξάρτημα βελτίωσε την κινητικότητα του ασθενούς.
- Το εξάρτημα που συγκρατεί την τσάντα έχει σπάσει.