κόκκος

ουσιαστικό

1. Μικρό στέρεο σωματίδιο ή κομμάτι υλικού, συνήθως στρογγυλό ή ακανόνιστο, όπως κόκκος άμμου, αλατιού ή ζάχαρης.

2. Σπόρος ορισμένων φυτών, ιδίως δημητριακών, που αποτελεί βασική μονάδα τροφής και αναπαραγωγής (π.χ. κόκκος σιταριού).

Συνώνυμα

σπόρος σπέρμα κοκκίδιο κοκκάρι σωματίδιο πυρήνας κριθάρι κεχρί κοκκίδα σωμάτιο ψίχουλο ψήγμα κοκκίωμα σποράκι ψίχα φασόλι δημητριακό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένας κόκκος άμμου μπήκε στο παπούτσι μου.
  • Οι κόκκοι του καφέ αλέθονται πριν από το φίλτρο.
  • Έριξε έναν κόκκο αλατιού στη σαλάτα.
  • Δεν υπάρχει ούτε κόκκος αλήθειας σε όσα είπε.
  • Ο κόκκος του σιταριού έχει σκληρό περίβλημα.