σώμα
ουσιαστικό1. Σύνολο των ιστών και οργάνων που σχηματίζουν τον φυσικό φορέα ενός ζωντανού οργανισμού, ιδιαίτερα του ανθρώπου.
2. Το σώμα ενός οργανισμού μετά το θάνατό του.
3. Υλική μάζα ή αντικείμενο με καθορισμένο όγκο και σχήμα.
Συνώνυμα
κορμί πτώμα οργανισμός κείμενο σάρκα μάζα σύνολο συνέλευση οργάνωση τάγμα σύνταγμα συμβούλιο στρατός μορφή σωρός πλήρωμα λεγεώνα απόσπασμα πυροσβεστική βουλή επιτελείο οντότητα στρατιά κλιμάκιο κορμάκι κουφάρι κορμός μονάδα συγκρότημα σωματείο αστυνομία επιτροπή αντικείμενο σύστημα φρουρά ύλη φιγούρα συνοδεία διμοιρία κοινοπολιτεία λόχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σώμα χρειάζεται ξεκούραση μετά από έντονη άσκηση.
- Το σώμα του αγνοούμενου βρέθηκε στο δάσος.
- Το σώμα των πεζοναυτών έφτασε στην ακτή.
- Το σώμα των βουλευτών συζήτησε το νομοσχέδιο.
- Το σώμα του κειμένου πρέπει να είναι ευανάγνωστο.