απομεινάρι
ουσιαστικό1. Τμήμα ή ποσότητα που μένει από ένα σύνολο μετά από χρήση, κατανάλωση ή αφαίρεση.
2. Κομμάτι ή υπόλειμμα από υλικό ή αντικείμενο που απομένει μετά από επεξεργασία, κοπή ή καταστροφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το απομεινάρι του γεύματος ήταν ένα κομμάτι ψωμί στο πιάτο.
- Στον λόφο ανακαλύφθηκε ένα απομεινάρι των αρχαίων τειχών.
- Η παλιά πλατεία είναι ένα απομεινάρι της εποχής του μεσοπολέμου.
- Μονάχα ένα απομεινάρι της παραδοσιακής τελετουργίας διατηρείται σήμερα.
- Μετά τη φωτιά, ένα καμένο απομεινάρι έμεινε ανάμεσα στα χαλάσματα.