σελίδα

ουσιαστικό

1. Φύλλο ή πλευρά χαρτιού που αποτελεί τμήμα βιβλίου, τετραδίου, περιοδικού ή εγγράφου.

2. Ψηφιακή σελίδα: ηλεκτρονικό έγγραφο ή ενότητα περιεχομένου προσβάσιμη μέσω διαδικτύου και εμφανιζόμενη σε πρόγραμμα περιήγησης.

Συνώνυμα

φύλλο σελίς σελιδάκι σελιδούλα ιστοσελίδα σάιτ προφίλ άρθρο φύλλωμα σελίδωμα χαρτάκι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Γύρισε τη σελίδα για να δεις τη συνέχεια.
  • Η σελίδα στο διαδίκτυο φορτώνει αργά σήμερα.
  • Η πρώτη σελίδα του εγγράφου περιέχει το λογότυπο.
  • Διαβάσαμε πολλές σελίδες πριν κοιμηθούμε.
  • Ας γυρίσουμε σε μια καινούργια σελίδα στη ζωή μας.