έλεος
ουσιαστικό1. Η διάθεση ή αίσθημα τρυφερότητας και κατανόησης προς άτομο που υποφέρει ή βρίσκεται σε ανάγκη, που οδηγεί στην προσπάθεια να το βοηθήσει ή να το ανακουφίσει.
Συνώνυμα
οίκτος σπλαχνία ευσπλαχνία οίκτιρμος σπλαχνικότητα συμπόνια ελεημοσύνη σπλαχνισμός χάρη αρκετά άφεση συμπάθεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικαστής έδειξε έλεος στον κατηγορούμενο.
- Ζητώ έλεος από τον Θεό.
- Έλεος, σταμάτα να φωνάζεις!
- Η εικόνα των πεινασμένων παιδιών προκάλεσε έλεος στους θεατές.
- Παρακαλώ, δείξτε λίγο έλεος, ήταν απλώς ένα λάθος.