συνοικισμός

ουσιαστικό

Οικιστική συγκέντρωση κατοικιών και υποστηρικτικών χώρων όπου συγκροτείται κοινότητα κατοίκων, συνήθως ως γειτονιά ή οικιστικό συγκρότημα, μόνιμο ή προσωρινό, με οργανωμένη ή αυτοσχέδια διάταξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνοικισμός χτίστηκε μετά τον πόλεμο.
  • Μένουμε σε έναν παλιό συνοικισμό κοντά στο κέντρο.
  • Ο συνοικισμός των προσφύγων στεγάζει πολλές οικογένειες.
  • Οι κάτοικοι του συνοικισμού διοργάνωσαν γιορτή για την επέτειο.
  • Ο συνοικισμός αναπτύχθηκε γύρω από το παλιό εργοστάσιο.