συνοικία
ουσιαστικό1. Περιοχή πόλης ή οικισμού όπου συγκεντρώνονται κατοικίες μαζί με τις απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες, εμπορικά καταστήματα και υποδομές, αποτελώντας χωροταξική μονάδα καθημερινής ζωής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνοικία μας έχει πολλά πάρκα και παιδικές χαρές.
- Η νέα συνοικία χτίστηκε στην άκρη της πόλης με σύγχρονες εγκαταστάσεις.
- Η συνοικία του παλιού λιμανιού διατηρεί τη γοητεία της με στενά σοκάκια.
- Σε εκείνη τη συνοικία ζουν πολλοί φοιτητές και υπάρχουν πολλά καφέ.
- Η συνοικία ορίζεται από τον δήμο ως ξεχωριστή διοικητική ενότητα.