ασύνδετος
επίθετο1. Που δεν είναι συνδεδεμένος με άλλα μέρη ή στοιχεία, που βρίσκεται αποκομμένος και χωρίς συνέχεια.
2. Που παρουσιάζει έλλειψη λογικής ή εσωτερικής συνοχής, με ασυνεχείς ή ανοργάνωτες ιδέες, εκφάνσεις ή τμήματα.
Συνώνυμα
αποσυνδεδεμένος ασυνάρτητος αποκομμένος απομονωμένος αποσπασματικός αδόμητος ανοργάνωτος διασπασμένος σκορπισμένος χωριστός κομμένος σπασμένος δυσνόητος ασύμβατος
Αντώνυμα
συνδεδεμένος συνδετός συνεκτικός ενωμένος συγκροτημένος σχετικός συνεχής συγκολλημένος ενσωματωμένος συγγενής ενιαίος συναφής
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλώδιο είναι ασύνδετο, γι' αυτό δεν λειτουργεί η συσκευή.
- Ο λόγος του ήταν ασύνδετος και δύσκολα καταλάβαινες το νόημα.
- Η παράγραφος φαίνεται ασύνδετη με την προηγούμενη και χρειάζεται σύνδεση.
- Τα δύο περιστατικά είναι ασύνδετα και δεν αποδεικνύουν κοινή υπαιτιότητα.
- Ο κόμβος παραμένει ασύνδετος στο δίκτυο λόγω σφάλματος.